πλέω
ως, ω, εε, εει
ἀνα‐
ἐπες‐
συνεκ‐
ἀπο‐
συμ‐
περι‐
ἀπο‐
A.
ἀπ‐έπλειον 8.501: also Ep.and Ion. πλώω (v. infr.): Att. contr. imper. πλεῖ E. Tr. 102(anap.): fut. πλεύσομαι Od. 12.25, Il. 11.22 (ἀνα‐), Hdt. 2.29, Th. 6.104, etc.; later πλευσοῦμαι SIG 402.27 (Chios, iii B. C.), found in codd. of Th. 1.143, 8.1, (ἐπες‐) Id. 4.13, (συνεκ‐) Lys. 13.25, (ἀπο‐) Pl. Hp.Ma. 370d, 371b, (συμ‐) Isoc. 17.19, etc.; Dor. πλευσοῦμαι Theoc. 14.55; but 3 pl. πλεύσονται GDI 5120 B 11,13 (Crete, iii B. C.); πλεύσω Philem. 116 (S.V.l.), Plb. 2.12.3, AP 11.162 (Nicarch.), 245 (Lucill.), OGI 572.30 (Lycia, ii/iii A.D.), etc.: aor. 1 ἔπλευσα A. Ag. 691 (lyr.), etc.: pf. πέπλευκα S. Ph. 404, etc.:—Pass., fut. πλευσθήσομαι(περι‐) Arr. An. 5.26.2: aor. ἐπλεύσθην ib.6.28.6, Babr. 71.3: pf. πέπλευσμαι X. Cyr. 6.1.16, D. 56.12: Hom. uses only pres., impf., and fut. πλεύσομαι (v. supr.).—Of the Ion. πλώω, Hom. uses opt. πλώοιεν Od. 5.240, part. ἐπι‐πλώων ib.284, πλώων h.Hom. 22.7: impf. πλῶον Il. 21.302; also shortd. aor. ἔπλων,ως, ω, part. πλώς, in the compds. ἀπ‐έπλω, ἐπ‐έπλως, part. ἐπιπλώς, παρέπλω; and Hes. has ἐπ‐έπλων; the pres., impf., and fut. forms occur as vv.ll. in Hdt., inf. πλώειν 4.156, part. πλωούσας 8.10,22,42: impf. ἔπλωον ib.41; Iterat. πλώεσκον Q.S. 14.656: fut. πλώσομαι(ἀπο‐) Hdt. 8.5 (πλώσω Lyc. 1044); but the aor. 1 forms are read in Hdt., ἔπλωσα 4.148; inf. πλῶσαι 1.24; part. πλώσας 4.156, 8.49 (also once in Hom. in compd. ἐπι‐πλώσας Il. 3.47): pf. παρα‐πέπλωκα Hdt. 4.99; πέπλωκα occurs E. Hel. 532, Ar. Th. 878 (paratrag.).—Only εε and εει are contracted in Att. (πλέει is f.l. in Th. 4.28, and πλέετε v.l. in X. An. 7.6.37). [Hom. uses πλέων as monosyll., πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον Od. 1.183]:—sail, go by sea, Λακεδαίμονος ἐξ ἐρατεινῆς Il. 3.444; Ἰλιόθεν 14.251; ἐπὶ Κέρκυραν Th. 1.53; εὐθὺ Λέσβου X. HG 1.2.11; π. ἐπὶ [σῖτον] to fetch it, Id. Oec. 20.27; ἐπί τι IG 12.105.9; μετὰ [νάκος] Pi. P. 4.69; εἰς Ἐρέτριαν ἐπ’ ἄνδρας Pl. Mx. 240b; more fully, ἐνὶ πόντῳ νηῒ θοῇ πλείοντες Od. 16.368; νηῒ . . πλέων ἐπὶ οἴνοπα πόντον Il. 7.88; πλέεν . . ποντοπορεύων Od. 5.278; ἐν τῇ νηΐ Pl. R. 341d; ἐν τῇ θαλάττῃ ib.346b; ἐπλέομεν βορέῃ ἀνέμῳ Od. 14.253; αὔρᾳ A. Ag. 691 (lyr.): c. acc. cogn., πλεῖθ’ ὑγρὰ κέλευθα sail the watery ways, Od. 3.71; πλεῖν τὴν θάλατταν And. 1.137, Lys. 6.19, Isoc. 8.20, Antiph. 100:—Pass., τὸ πεπλευσμένον [πέλαγος] X. Cyr. 6.1.16, cf. Babr. 71.3; πλεῖται ἡ θάλασσα Muson. Fr. 18 B p.104 H.; also π. στόλον τόνδε S. Ph. 1038; τοῦ πλοῦ τοῦ πεπλευσμένου D. 56.12: metaph., πλεῖν ὑφειμένῃ δοκεῖ, cf. ὑφίημι 111: prov., ὁ μὴ πεπλευκὼς οὐδὲν ἑόρακεν κακόν Posidipp. 22; ἐπὶ γῆς μὴ πλεῖν when on land do not be at sea, i.e. avoid the hazards of tax-farming, etc., Pythag. ap. Clem.Al. Strom. 5.5.28.
II.
of ships, Il. 9.360; νέας ἄμεινον πλεούσας Hdt. 8.10, etc.; ὑπὸ τριήρους . . εὖ πλεούσης ἐπεδιώκοντο Th. 7.23; ἡ ναῦς ἄριστά μοι ἔπλει Lys. 21.6; ἔφευγε ταῖς ναυσὶν εὖ πλεούσαις X. HG 1.6.16; τριήρης ταχὺ π. Id. Oec. 8.8.
2.
of other things, swim, float, τεύχεα καλὰ . . πλῶον καὶ νέκυες Il. 21.302; δένδρεα . . , τά οἱ πλώοιεν ἐλαφρῶς Od. 5.240; [νῆσος] πλέουσα Hdt. 2.156.
3.
to be conveyed by sea, [σκῦλα] πλέοντα Th. 3.114.
4.
metaph., ταύτης ἔπι πλέοντες ὀρθῆς while [the ship of] our country bearing us is on an even keel, S. Ant. 190; οὐδ’ ὅπως ὀρθὴ πλεύσεται (sc. ἡ πόλις)προείδετο D. 19.250; πάντα ἡμῖν κατ’ ὀρθὸν πλεῖ Pl. Lg. 813d; θεοῦ θέλοντος κἂν ἐπὶ ῥιπὸς πλέοις E. Fr. 397; also κέρδους ἕκατι κἂν ἐπὶ ῥιπὸς πλέοι Ar. Pax 699. (With πλἑv)‐, πλευ‐ cf. Skt. plávate 'float', 'swim', Lat. pluit; with πλω‐ cf. Goth. flōdus 'river', 'flood', OE. flćwan 'flow'.)