πινύσκω
A.
make prudent, admonish, correct, ἤδη γάρ με καὶ ἄλλο τεὴ ἐπίνυσσεν ἐφετμή Il. 14.249; ἀφραδέοντα πινυσσέμεν Naumach. ap. Stob. 4.23.7; ἐκεῖνον . . πινύσκετ’ εὐλόγοισι νουθετήμασι A. Pers. 830; κερδαλέῳ μύθῳ σε πινύσκει Call. Dian. 152; ὁπόταν πινύσκῃ ζεὺς ἄματα makes the days calm, Simon. 12; simply, teach, ταλασήϊα ἔργα Orph. Fr. 178:—Pass., ὑπὸ τᾶς ματρὸς πινυσθείς Pythag ap. Iamb. VP 28.146. (Cf. πέπνυμαι.)