πηγός
ή, όν, Subst., ὁ
A.
πήγνυμι 11) well put together, solid, strong, ἵππους πηγοὺς ἀθλοφόρους Il. 9.124, cf. Alcm. 23.48 ; κύματι πηγῷ Od. 5.388, 23.235, AP 9.143 (Antip.).
2.
Subst. πηγός (sc. ἅλς), ὁ, salt (cf. πηκτός 111), mock-Epic use in Strato Com. 1.36.
II.
white, πλόκος Lyc. 336; ὀστέα Sammelb. 4314.5 (Alexandria, iii B. C.); κύνας ἥμισυ πηγούς Call. Dian. 90.
2.
Hsch. has πηγόν· οἱ μὲν λευκόν, οἱ δὲ μέλαν; and Eust. 403.43 explains κῦμα π. as κ. μέλαν, cf. 740.50, 1539.42.