πετά

A. v. Πεδαγείτνυος. πετάζω, = πετάννυμι, Id. πεταιτά· μετέωρα, ἀμπελουργία. ὡς αἱ ἀναδενδράδες, Id. πέτακνον, = πέταχνον, Id.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project