Πελασγικός

ή, όν, ίδος, άδος, ἡ
A. Ζεῦ ἄνα Δωδωναῖε, Πελασγικέ Il. 16.233; τὸ Π. Ἄργος 2.681, cf. Hdt. 1.56, Str. 5.2.4, 9.5.15 ; = Argive, E. Ph. 107 :—also Πελάσγιος, A. Supp. 634 (lyr.), E. IA 1498 (lyr.) : fem. Πελασγίς, ίδος, Hdt. 7.42, A.R. 4.243 ; Πελασγιάς, άδος, Call. Lav. Pall. 4 :—Πελασγίη, ἡ, = Ἑλλάς, Hdt. 2.56 ; cf. πελαργικός 11.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project