πέδιλον

τό

πέδη

A. sandals, ἀμφὶ πόδεσσιν . . ἀράρισκε π., τάμνων δέρμα βόειον Od. 14.23 ; ὑπὸ ποσσὶν ἐδήσατο καλὰ π. ἀμβρόσια χρύσεια, τά μιν φέρον ἠμὲν ἐφ’ ὑγρὴν ἠδ’ ἐπ’ ἀπείρονα γαῖαν, of Hermes, Il. 24.340 ; of Athena, Od. 1.96 ; πτερόεντα π. Hes. Sc. 220 ; ποτανά E. El. 460 (lyr.).
II. any covering for the feet, shoes or boots, π. ἐς γόνυ ἀνατείνοντα Hdt. 7.67 ; περὶ τοὺς πόδας τε καὶ τὰς κνήμας π. νεβρῶν ib.75, cf. Pi. P. 4.95, Plu. Thes. 3 ; ἱμάτιον καθαρὸν καὶ καινὰ π. Ar. Av. 973.
III. metaph., Δωρίῳ φωνὰν ἐναρμόξαι π., i.e. to write in Doric rhythm (cf. πούς), Pi. O.3.5 ; also ἐν τούτῳ π. πόδ’ ἔχειν to have one's foot in this shoe, i.e. to be in this condition or fortune, ib.6.8.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project