πεδαρτάω

παιδ
A. = νουθετέω, ἐκάλουν δὲ τὸ νουθετεῖν πεδαρτᾶν (Schäfer for παιδ.) Iamb. VP 31.197 ; ἐκάλει [Πυθαγόρας] τὸ νουθετεῖν πεδαρτᾶν (to be restored for πελαργᾶν) D.L. 8.20, cf. Suid. ; τὰς . . νουθετήσεις, ἃς δὴ
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project