παρέσκεθον

A. v. παρέχω. παρεσκευάδαται, παρερπ‐άδατο, v. παρασκευάζω. παρεστάμεν, παρερπ‐άμεναι, v. παρίστημι.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project