παρούας
A.
οὕτω γὰρ Ἀπολλόδωρος ἐθέλει Ael. NA 8.12 :—also πάρωος, Philum. Ven. 32, Hsch.
II.
παρώας ἵππος a chestnut horse (μεταξὺ τεφροῦ καὶ πυρροῦ Phot.), αἱ παρῶαἱ ἵπποι Arist. HA 630a29 : fem. παρόα, PPetr. 3p.159 (cf. p.xviii) ; παραύα, ibid.; παρούα, ib.2p.117 (iii B.C.); cf. μαλοπάραυος.