παραφθάνω
A.
overtake, outstrip, τοσσάκι μιν . . ἀποστρέψασκε παραφθάς Il. 22.197 ; εἰ δ’ ἄμμε παραφθαίῃσι πόδεσσιν (nisi leg. ‐φθήῃσι) 10.346 ; κέρδεσιν, οὔ τι τάχει γε, παραφθάμενος Μενέλαον 23.515 ; of a horse, win a race, Paus. 5.8.8, cf. Hld. 4.4.