παρασκευάζω
Adj.
A.
παρεσκεασμένων IPE 12.32 (Olbia, iii B.C.) :—get ready, prepare, δεῖπνον Hdt. 9.82, Pherecr. 172 ; στρατείαν Th. 4.74 ; ὀθόνια Ar. Ach. 1176 ; πλοῖα Lys. 13.26 ; ἱππέας, ὅπλα, τριήρεις, X. Ages. 1.24, Cyr. 2.1.9, HG 1.4.11 ; hold ready, τῆς θύρας παρεσκευασμένης Lys. 1.24 : κατασκευάζω is prop. fit out and prepare what one has, παρασκευάζω provide and prepare what one has not ; cf. κατασκευή 11.
2.
provide, procure, contrive, θανάτους τοῖς πέλας Antipho 1.28 ; τῇ νηῒ οἶνον καὶ ἄλφιτα Th. 3.49 ; πᾶσαν ἡμῖν εὐδαιμονίαν Pl. Smp. 188d, etc. ; ὀργὰς τοῖς ἀκούουσι κατά τινων π. Lys. 1.28 : in bad sense, get up, ἀντίδοσιν ἐπί τινα D. 28.17 ; v. infr. B. 1.2.
3.
make or render so and so, with part. or Adj., π. τὰ σώματα ἄριστα ἔχοντας, π. τινὰς ὅτι βελτίστους, X. Cyr. 1.6.18, 5.2.19 ; τοὺς θεοὺς ἵλεως αὑτῷ π. Pl. Lg. 803e ; τοὺς κριτὰς τοιούτους π. Arist. Rh. 1387b17, cf. 1380b31 : c. inf., accustom, τὸ στράτευμα παρεσκευακέναι ὡς πόνον μηδένα ἀποκάμνειν accustom it not to . . , X. HG 7.5.19, cf. Eq. 2.3 ; π. τὸν βίον αὑτῷ μηδὲν δεῖσθαί τινος Pl. R. 405c ; π. τινὰς τὴν τιμὴν ἀποδιδόναι PFlor. 347.2 (V A. D.) ; π. ὅπως ὡς βέλτισται ἔσονται αἱ ψυχαί Pl. Grg. 503a, cf. Ap. 39d ; π. τινῶν τὰς γνώμας, ὡς ἰτέον εἴη X. Cyr. 2.1.21 ; δεῖ παρασκευάσαι τὸν ἀκροατὴν ἐν τῷ προοιμίῳ D.H. Rh. 10.13.
4.
adapt for a purpose, τὴν τῆς γυναικὸς [φύσιν] ἐπὶ τὰ ἔνδον ἔργα X. Oec. 7.22 ; V. B. 11.
5.
produce, cause, τοὺς ὄγκους καὶ τὰ καύματα Diocl. Fr. 43.
B.
Med. and Pass. :
I.
in proper sense of Med., get ready or prepare for oneself, ὅπλα ἐς τὰς γεφύρας Hdt. 7.25 ; π. τὰ πολέμια, ναυτικόν, στρατείαν, Th. 1.18, 2.80, 4.70 ἑκατὸν νεῶν ἐπίπλουν τῇ Πελοποννήσῳ π. Id. 2.56 ; τὸν γὰρ τοῦ πράττειν χρόνον εἰς τὸ παρασκευάζεσθαι ἀναλίσκομεν in preparation, D. 4.37 ; τοῖον παλαιστὴν νῦν π. ἐπ’ αὐτὸς αὑτῷ is preparing such an adversary for himself, A. Pr. 920.
2.
in Oratt., procure, suborn persons as witnesses, partisans, etc., so as to obtain a verdict by fraud or force (cf. παρασκευή 1.3) ; π. τοὺς συκοφάντας And. 1.105 ; ῥήτορας παρασκευασάμενοι Is. 1.7 ; ψευδεῖς λόγους ib.17 ; μάρτυρας ψευδεῖς παρεσκεύασται D. 29.28 ; π. τινὰς τῶν δημοτῶν bring them over to one's side, Id. 44.39 : abs., form a party, intrigue, Is. 10.1, D. 27.2 :—so in Act., X. HG 1.7.8, Is. 8.3 ; παρασκευάζειν τινὶ δικαστήριον pack a jury to try him, Lys. 13.12:—Pass., ὑπὸ σοῦ παρεσκευάσθη was 'squared' by you, D. 20.145.
II.
Med. also abs., prepare oneself, make preparations, τῷ ναυτικῷ . . παρασκευασαμένῳ Th. 2.80 ; παρασκευασάμενος μεγάλως Hdt. 9.15 ; παρασκευάσασθαι ὥστε ἀμύνασθαι X. An. 7.3.35 : in pres. and impf. it may be regarded either as Pass. or Med., D. 18.19, etc. ; π. ἐς ναυμαχίην, μάχην, Hdt. 9.96,99 ; π. πρός τι Th. 3.69, etc. ; στρατεύεσθαι π. Hdt. 1.71, cf. A. Ag. 353, Ar. Av. 227 : c. fut. inf., X. Cyr. 7.5.12.
2.
freq. folld. by ὡς with fut. part., παρεσκευάσαντο ὡς πολιορκησόμενοι Hdt. 5.34 ; π. ὡς ἐλῶν Id. 2.162, cf. 9.122 ; π. ὡς ναυμαχήσοντες (expressed just above by ὡς ἐπὶ ναυμαχίαν) Th. 4.13 ; ὡς προσβαλοῦντες ib.8 ; π. ὡς μάχης ἐσομένης X. HG 4.2.18, cf. Cyr. 3.2.8 : c. fut. part. without ὡς, τέχνῃ παρεσκευάζετο ἐπιθησόμενος Th. 5.8, cf. 6.54, 7.17, X. HG 4.1.41 ; also π. ὅπως ἐσβαλοῦσιν ἐς τὴν Μακεδονίαν Th. 2.99, cf. Pl. Tht. 183d.
3.
in pf. παρεσκεύασμαι, to be ready, prepared, κάρτα εὖ παρεσκευασμένοι Hdt. 3.150 ; τράπεζαι . . παρεσκ. Ar. Ec. 839 ; λῃστρικώτερον π. equipped in pirate fashion, Th. 6.104 ; παρεσκ. ἔρχομαι ἐπὶ τὸν λόγον Pl. Phd. 91b ; εὖ παρεσκ. καὶ τὰς ψυχὰς καὶ τὰ σώματα X. Oec. 5.13 ; ἐς τὴν πολιορκίην παρεσκευάδατο v.l. in Hdt. 3.150 ; παρεσκευάδατο ὡς ἀπολεόμενοι Id. 7.218 ; ταῖς ψυχαῖς παρεσκευας μένους ὡς χεῖρας ξυμμείξοντας X. Cyr. 2.1.11 : folld. by ὥστε c. inf., παρεσκευάσμεθ’ ὥστε κατθανεῖν E. HF 1241 ; παρεσκευάσθαι ὡς ἱκανοὶ εἶναι X. Cyr. 4.2.13 : c. inf. only, δρᾶν παρεσκευασμένος A. Th. 440, E. Heracl. 691, cf. A. Ag. 1422, Ar. Nu. 607, etc. : so in aor., ὥστε ἂν . . παρασκευασθῶσιν οὕτως ἔχειν Arist. Rh. 1388a26.
4.
Med., = exonerare alvum, LXX 1 Ki. 24.4.
III.
παρεσκευάσθαι τι to be prepared or provided with a thing, ἀδίκῳ δόξαν δικαιοσύνης παρεσκευας μένῳ Pl. R. 365b ; π. λαμπρὸν ἱμάτιον Thphr. Char. 21.11.
IV.
in Pass., of things, to be got ready, prepared, ἐπειδὴ παρεσκεύαστο when preparations had been made, Th. 4.67 ; τούτῳ ἄριστα παρεσκεύασται ζῆν Pl. Mx. 248a ; in Hdt. 9.100, for ὡς παρεσκευάδατο τοῖσι Ἕλλησι, Reiske proposed παρεσκεύαστο.