παραρτέομαι
I.
trans., fit out for oneself, get ready, ἐπὶ τέσσερα ἔτεα παραρτέετο στρατιήν was engaged in preparing, Hdt. 7.20, cf. 142, 8.76, 9.42 ; so π. τὰς νέας ὡς ἐς πλόον Arr. Ind. 27.10.
II.
abs., prepare, hold oneself in readiness, παραρτέοντο ὡς ἀλεξησόμενοι Hdt. 8.108, cf. 81 ; πᾶς τις παρήρτητο ὡς ἐς πόλεμον Id. 9.29.