παράπλοος
Adj., ὁ
A.
coasting voyage, τῆς Ἰταλίας καλῶς παράπλου κεῖται Th. 1.36 ; ἐν παράπλῳ κεῖσθαι ib.44, cf. 2.33, etc. ; simply, passage, POxy. 525.1 (ii A.D.), Luc. VH 1.28.
2.
shore to be coasted along, π. τραχὺς Πλατανιστὸς καλούμενος Str. 14.5.3, cf. 14.3.2 ; ὁ π. αὐτοῦ (sc. of the Red Sea) ἔχει νήσους μικράς D.S. 3.38.
II.
Adj. fit for coasting, π. ποιησάμενος τοὺς Σιδητῶν παρῶνας Plb. Fr. 193.