παραπλέω
A.
sail by or past, abs., οἴη δὴ κείνῃ γε παρέπλω . . Ἀργώ was the only ship that sailed through that way, Od. 12.69, cf. X. An. 5.1.11 ; ἐν χρῷ παραπλέοντες sailing close in, Th. 2.84, cf. 90 ; π. παρὰ τὰς πρῴρας τῶν νεῶν Hdt. 7.100 ; π. τὴν Ἔφεσον sail past Ephesus, Act.Ap. 20.16.
2.
coast by or along, ὃς τῆς Ἀττικῆς ταῦτα μὴ ‐πέπλωκε Hdt. 4.99, cf. Isoc. 15.123 ; ἐς Σικυῶνα Th. 1.111 ; ἐνθένδε μὲν εἰς Σινώπην π., ἐκ Σινώπης δὲ εἰς Ἡράκλειαν X. An. 5.6.10, cf. D. 35.31 ; ἐκεῖθεν X. HG 5.4.61 ; π. ἀπὸ κάλω, v. κάλως.
3.
metaph., π. τὰς συμφοράς sail past, escape them, Amphis 3.4.