παραναγιγνώσκω
A.
read beside, compare, collate one document with another, τοὺς λόγους ἡμῶν . . π. τοῖς αὑτῶν Isoc. 12.17 ; π. τοὺς νόμους τῷ ψηφίσματι Aeschin. 3.201 ; so π. τὰς συνθήκας τάς τ’ ἐφ’ ἡμῶν γενομένας καὶ τὰς νῦν ἀναγεγραμμένας Isoc. 4.120 ; παρὰ μαρτυρίας τὰς ῥήσεις D. 18.267, cf. 24.38 ; read as well, τὰ τῶν ἄλλων Στωϊκῶν βιβλία Gal. 5.244 :—Pass., Pl. Tht. 172e.
II.
read publicly, Plb. 2.12.4, al., LXX 2 Ma. 8.23, PGrenf. 2.68.16 (iii A.D.) :—Pass., τοῦ νόμου παραναγνωσθέντος LXX 3 Ma. 1.12, cf. Ph. 2.531.