παρακλητικός

ή, όν
A. stimulating, νοήσεως Pl. R. 523e ; τῆς διανοίας ib.524d ; hortatory, π. τι ᾄδειν Phld. Mus. p.18K.; σημαίνειν τὰ π. τοῦ πολέμου D.H. 4.17 ; λόγος π. ὁμονοίας ib. 26 ; π. λόγοι LXX Za. 1.13 ; π. εἰς εὐσέβειαν Iamb. Protr. 21.
II. π. ὁμολογία agreement concluded on demand (cf. παράκλησις 1.4), POxy. 125.11 (vi A.D.), etc.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project