παραδύομαι
A.
παραδέδυκα Aeschin. 3.37:—creep, slink, or steal past, ταῦτα δ’ ἐγὼν αὐτὸς τεχνήσομαι . . , στεινωπῷ ἐν ὁδῷ παραδύμεναι Il. 23.416; ἐκδρᾶσα παρέδυν Ar. Ec. 55.
2.
creep or steal in, ἐς τὰν ἀκοάν Archyt. 1; ὅτε πρῶτον ἐκεῖνος εἰς Πελοπόννησον παρεδύετο D. 18.79; ἡ παρανομία λανθάνει παραδυομένη Pl. R. 424d, cf. Arist. Pol. 1307b32; ἃ φυλακτέον ὅπως μὴ λήσει εἰς τὴν πόλιν παραδύντα Pl. R. 421e, cf. Aeschin. l. c.; π. ἐπί τι D. 22.48.