πανώλης
ες
A.
= πανώλεθρος 1.1, π. ὄλλυσθαι A. Th. 552; ἔρρειν π. Id. Pers. 732; ἤτω ἐξώλης τε καὶ πανώλης, a form of execration, Wiener Denkschr. 44(6) p.54 (Cilicia).
2.
in moral sense, = πανώλεθρος 1.2, S. OC 1264, El. 544, E. El. 60.
II.
Act., all-destructive, συμφοραί S. OC 1015.