πανδαύχνητος

ον

δηλέομαι, δάλλει

A. = ἐπίτριπτος, Hippon. 2 (vv.Il. πανδάληκτος, πανδαύληκτος, whence Bgk. proposes πανδαύχνητος, = πανδάφνωτος, all laurel-crowned).
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project