παλίρροια
ἡ
A.
flowing back, backwater, δίνας τινὰς . . ἰσχυρὰς καὶ παλιρροίην Hdt. 2.28; παλιρροία βυθοῦ, of the tide, S. l.c.; παλιρροίῃ ἐπινήχεται, of Delos, Call. Del. 193: in pl., Agathem. 5.22.
2.
generally, reflux, ἡ π. τῆς ὑγρότητος, in the spleen, Arist. PA 670b8; τοῦ θερμοῦ Id. Insomn. 461a6; ἐς π. ἰέναι Aret. CA 1.7.
3.
metaph., παράδοξος π. τῶν πραγμάτων, of fortune, Plb. 1.82.3; ἡ ἐπ’ ἀμφότερα τὰ μέρη τῆς τύχης π. D. S. 18.59; also of ἀνάμνησις, Ph. 1.593.