Παλαμήδης
ες, ους, ει, εϊ, η, εα, ῃ, ην, α, ον, ή, όν, Adj., ὁ
A.
s.v. ἄκεστρον; acc. ην Pl. Phdr. 261d: (παλάμη):—Palamedes, i.e. the Inventor, Ar. Th. 770, Ra. 1451, Paus. 2.20.3:—hence Adj. Παλαμήδειος, α, ον, worthy of Palamedes, ingenious, βούλευμα Alciphr. 3.4; ἀβάκιον EM 666.21; also Παλαμηδικός, ή, όν , Π. τοὐξεύρημα Eup. 351.6.