μεγαλουργέω

μεγαλοεργ
μεγαλουργέω, μεγαλο‐γής, μεγαλο‐γία, μεγαλο‐γικός, μεγαλο‐γός, v. μεγαλοεργ-.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project