μεγαλοεργικός

ή, όν, εργής
μεγαλο‐εργικός, ή, όν, contr. μεγαλο‐ουργικός, -εργής, Procl. in Alc. p.137 C.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project