μαχαίτας
οῦ, Adj., ὁ
A.
fighter, warrior, μικρὸς μὲν ἔην δέμας ἀλλὰ μ. Il. 5.801; θείειν ταχὺς ἠδὲ μ. Od. 3.112; Τρῶάς φασι μ. ἔμμεναι ἄνδρας 18.261; φὼς μ. Pi. N. l. c.: as Adj., μαχατὰν θυμὸν αἰσχυνθῆμεν his warrior heart, ib.9.26: in later Prose, LXX Jo. 6.3,al.