μαστίω A. whip, scourge, μάστιε νῦν Il. 17.622, cf. Hes. Sc. 466, Pancrat. Oxy. 1085.15, Nonn. D. 1.179, al.:—Med., οὐρῇ δὲ πλευράς τε καὶ ἰσχία ἀμφοτέρωθεν μαστίεται Il. 20.171.