μαστιγόω
οῖμι, ώσω, ωσα, ωθείς
A.
μαστιγωθήσομαι LXX Ps. 72(73).5, μαστιγώσομαι Pl. R. 361e, IG 22.1362.9: aor. part. -ωθείς Phld. Rh. 2.180 S.:—whip, flog, Hdt. 1.114 (μαστιγέων codd.), 3.16, 7.54; μυρίκῃ ἢ μαλάχῃ Luc. Ind. 3:—Pass., Lys. 1.18, etc.; πληγὰς μαστιγούσθω let him be whipped, Pl. Lg. 914b, cf. 845a; ψυχῆς ἠσκημένης καὶ μεμαστιγωμένης Max.Tyr. 25.5.