κίνδυνος
ὁ
A.
danger, hazard, venture, whether abstract or concrete, πᾶσίν τοι κ. ἐπ’ ἔργμασιν Thgn. 585, cf. 637; ὁ μέγας κ. ἄναλκιν οὐ φῶτα λαμβάνει Pi. O. 1.81; κ. γαλέης danger of or from her, Batr. 9; κ. ἀϋτᾶς Pi. N. 9.35; τὸν κ. τῆς μάχης Th. 2.71; κίνδυνον ἀναρριπτέειν to run a risk, Hdt. 7.50, etc.; ῥῖψαι E. Rh. 154; κἀνὰ κίνδυνον βαλῶ A. Th. 1033; κίνδυνον ἀναλαβέσθαι, ὑποδύεσθαι, Hdt. 3.69, X. Cyr. 1.5.12; αἴρεσθαι, ἄρασθαι, ἀρεῖσθαι, E. Heracl. 504, Antipho 5.63, And. 1.11; ξυνάρασθαι Th.l.c.; ἐγχειρίσασθαι Id. 5.108, etc.; ὑπομεῖναι X. Cyr. 1.2.1; μετὰ τοῦ δικαίου ποιούμενος τοὺς κ. Isoc. 14.42; κινδύνῳ περιπίπτειν Th. 8.27; ἐν κινδύνῳ αἰωρεῖσθαι, εἶναι, Id. 7.77, Antipho 5.7; ἐπὶ κινδύνους χωρεῖν Th. 2.39; πρὸς αὐθαιρέτους κ. ἰέναι Id. 8.27; ἐς κ. ἐμβαίνειν X. Cyr. 2.1.15; ἐς κ. καταστῆσαί τινα Th. 5.99; κινδύνῳ βάλλειν τινά A. Th. 1053; τὸν ἐπιόντα κίνδυνον Aeschin. 3.148; τοὺς ἐπιφερομένους ἑαυτῷ κ. ib.163; τὸν κατειληφότα κ. τὴν πόλιν D. 18.220; οὐ περὶ τῶν ἴσων ὁ κ. X. HG 7.1.7; ἔνι κ. ἐν τῷ πράγματι Ar. Pl. 348; κ. [ἐστι] c. inf., Pi. N. 8.21, Lys. 13.27, Pl. Cra. 436b, etc.; πόλιν κ. ἔσχε πεσεῖν E. Hec. 5; κ. ἀσφαλέστερος Antipho 2.2.9; κ. ἀνθρώπινοι . . , θεῖοι And. 1.139; ἐπὶ τῷ αὑτοῦ κ. at his own risk, Arist. Pol. 1286a14; ἰδίῳ ἡμῶν κ. PLond. 2.356.4 (i A.D.); καθαρὸς ἀπὸ παντὸς κ. PIand. 35.10 (ii/iii A.D.).
2.
trial, venture, κ. ἀνεῖται σοφίας Ar. Nu. 955.
3.
battle, Plb. 1.87.10, etc.