κίδαφος

η, ον, Subst.
A. wily, Hsch.:—as Subst. κίδαφος, κιδάφη (cf. σκιδάφη), κινδάφη, κινδάφιος, = σκίνδαφος, Id., cf. Phot.; κιδαφεύω, = πανουργέω, Hsch.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project