κήδειος
ον
A.
cared for, beloved, τρεῖς τε κασιγνήτους, τούς μοι μία γείνατο μήτηρ, κηδείους Il. 19.294.
2.
Act., careful of, or caring for, c.gen., τροφαὶ κ. τέκνων E. Ion 487 (lyr.).
II.
of a funeral or tomb, sepulchral, χοαί A. Ch. 87, 538; κ. θρίξ offered on a tomb, ib.226; κ. οἴκτοισιν E. IT 147 (lyr.).