ιος

ον

ς

A. mocking, taunting, κερτομίοις ἐπέεσσιν πειρηθῆναι Od. 24.240; Δία Κρονίδην ἐρεθίζειν Il. 5.419; simply κερτομίοισι Δία προσηύδα 1.539, cf. Od. 9.474; κ. ὀργαῖς S. Ant. 956 (lyr.); ἐν κ. γλώσσαις ib.962 (lyr.). (Perh. for (ς)κερ‐στομος, cf. σκέραφος, κέραφος.)
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project