κερτομέω
A.
taunt, sneer at, c.acc.pers., μή μιν κερτομέωσιν Od. 16.87, cf. 18.350, A. Pr. 986, E. Ba. 1293: abs., sneer, μή τις . . κερτομέοι ἐπέεσσι Od. 7.17; κατθανοῦσι κ. ἐπ’ ἀνδράσιν Archil. 64: freq. in part., τί με ταῦτα κελεύετε κερτομέοντες; Od. 8.153; σὲ δὲ κερτομέουσαν ὀΐω ταῦτ’ ἀγορευέμεναι 13.326, etc.; πότερα δὴ κερτομῶν λέγεις τάδε; S. Ph. 1235: c. acc. cogn., παραιβόλα κερτομέουσιν h.Merc. 56: c. dupl. acc., οὐκ ἐῶ σε κ. ἡμᾶς τόδ’ αὖθις E. Hel. 619; οὔ τί τυ κερτομέω Theoc. 1.62:—Pass., ἄβουλος ὣς κεκερτομημένη E. Supp. 321.—Rare in Prose, Gal. 14.656; κ. τινά Anon. ap. Suid.