κέλευθος
είας, ἡ
A.
road, path, not common in lit. sense, πολλαὶ γὰρ ἀνὰ στρατόν εἰσι κέλευθοι Il. 10.66; Ἰσθμία κ. B. 17.17; ἐν κελεύθοις in the streets, A. Ch. 349 (lyr.); ἐγγὺς γὰρ νυκτός τε καὶ ἤματός εἰσι κέλευθοι Od. 10.86, cf. Parm. 1.11; ἀνέμων κέλευθα or κέλευθοι, Il. 14.17, Od. 5.383, etc.; ὑγρὰ, ἰχθυόεντα κ., of the sea, 3.71, 177; ἁλὸς βαθεῖαν (vel -είας)κ. Pi. P. 5.88; ἄρκτου στροφάδες κ. paths, orbits, S. Tr. 131 (lyr.), cf. E. Hel. 343 (lyr.); θεῶν δ’ ἀπόεικε κελεύθου withdraw from the path of the gods, Il. 3.406 (v.l. ἀπόειπε κελεύθους): metaph., ἔργων κέλευθον ἂν καθαράν on the open road of action, Pi. I. 5(4).23, cf. O. 6.23; στείχει δῑ εὐρείας κ. μυρία παντᾷ φάτις B. 8.47; ἔστι μοι μυρία παντᾷ κ. Pi. I. 4(3).1, cf. B. 5.31: Πειθοῦς, Δίκας κ., Parm. 4.4, B. 10.26.
II.
journey, voyage, by land or water, ὅς κέν τοι εἴπῃσιν ὁδὸν καὶ μέτρα κελεύθου Od. 4.389; οὐκ ἄν πω χάζοντο κελεύθου would not have halted from their onward way, Il. 11.504, cf. 12.262; πολλὰ κ. a far journey, i.e. a great distance, S. OC 164 (lyr.).
2.
expedition, A. Ag. 127 (lyr.), Pers. 758 (troch.).
III.
way of going, walk, gait, μιμήσομαι λύκου κ. E. Rh. 212; δῑ ἀψόφου βαίνων κ. Id. Tr. 888.
IV.
metaph., way of life, ἀργαλέας βιότοιο κ. Emp. 115.8; κ. ἁπλόαι ζωᾶς Pi. N. 8.35; τὰν ἀνόστιμον βίου κ. E. HF 433 (lyr.).