κέδρινος
η, ον, τό
A.
of cedar, θάλαμος Il. 24.192; δόμοι E. Alc. 160; ξύλα IG 11(2).161 D 92 (Delos, iii B.C.); ξυλεία Plb. 10.27.10; φατνώματα J. BJ 5.5.2; τῶν ξύλων τὰ κ. Thphr. HP 5.9.8.
2.
made from κεδρελάτη, ἔλαιον Hp. Mul. 1.78, Arist. HA 583a23; οἶνος Dsc. 5.36.
3.
κέδρινον,τό, orange-coloured dye, PHolm. 21.30.