καυκιάλης

καυκιάλης· βοτάνη τις, ὁμοία κορίῳ(κωρίῳ cod.), καὶ ὄρνις, Hsch. (cf. καυκαλίς and καυκαλίας).
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project