καυάζοντα

α, ον, ές, ακος, ηκος, ὁ
A. burnt up, parched, Id.:—also καυαλής, ές, Id. καυαλός· μωρολόγος, Id. καύαξ, ακος, Ion. καύηξ, ηκος, ὁ, v. κήξ. καυάξαις, v. κατάγνυμι. καυαρόν· κακόν, καπυρόν, Id.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project