κάτθανε

A. v. καταθνῄσκω. κατθᾶξαι, v. καταθήγω. κατθάψαι, v. καταθάπτω. κατθέμεν, κάτθεμεν, κάτθετε, κάτθεσαν, κατθέμεθα, κατθέσθην, κατθέμενοι, κάτθεο, v. κατατίθημι.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project