καταχέω
εχύθην
A.
κατεχεύατο Call. Hec. 1.1.11; inf. -χέασθαι Hdt. 1.50:—Pass., pf. κατακέχυμαι Orac. ap. Hdt. 7.140 (tm.): aor. -εχύθην E. Hipp. 854 (lyr.): Ep. aor. Pass. (freq.in tm.) κατέχυτο, κατέχυντο, Il. 20.282, Od. 12.411, h.Ven. 228:—pour down upon, pour over, c. dat., κὰδ δέ οἱ ὕδωρ χεῦαν Il. 14.435; so ἥ ῥά οἱ ἀχλὺν θεσπεσίην κατέχευε Od. 7.42; ὄρεος κορυφῇσι Νότος κατέχευεν ὀμίχλην Il. 3.10; τῷ γε χάριν κατέχευεν’ Ἀθήνη Od. 2.12, etc.; σφιν . . πλοῦτον κατέχευε Κρονίων Il. 2.670; μὴ σφῶϊν ἐλεγχείην καταχεύῃ 23.408, cf. Od. 14.38; οἷ . . κατ’ αἶσχος ἔχευε 11.433; ἐμῇ κεφαλῇ κατ’ ὀνείδεα χεῦαν 22.463; νεφέλαν κρατὶ κατέχευας Pi. P. 1.8; ἀντιπάλοις φόνον Epigr. ap. Plu. Marc. 30:—Pass., κὰδ δ’ ἄχος οἱ χύτο ὀφθαλμοῖσι Il. 20.282; κατὰ . . ὀρόφοισιν αἷμα . . κέχυται Orac. ap. Hdt. l. c.; δάκρυσι βλέφαρα‐χυθέντα E.l.c.; οἱ ‐χυθέντες J. BJ 3.7.29:—also Act. c. gen., rarely in Hom., ὅς σφωϊν . . ἔλαιον χαιτάων κατέχευε Il. 23.282, cf. 765: freq. later, καταχέουσι αἷμα τοῦ ἀκινάκεος Hdt. 4.62; κατάχει σὺ τῆς χορδῆς τὸ μέλι Ar. Ach. 1040; ἔτνος τοὐλατῆρος ib.246; τοῦ δήμου καταχεῖν . . πλουθυγίειαν Id. Eq. 1091; ἵππερόν μου κατέχεεν τῶν χρημάτων Id. Nu. 74, cf. Pl. 790; βλασφημίαν τῶν ἱερῶν κ. Pl. Lg. 8ood; also κὰδ δὲ χευάτω μύρον . . κὰτ τὼ στήθεος Alc. 36, cf. Pl. R. 398a:—Med., κατὰ τῶν ἱματίων καταχεόμενοι [ἄκρατον] letting it be poured over . . , Id. Lg. 637e:— Pass., κατὰ τοῖν κόραιν ὕπνου τι καταχεῖται γλυκύ Ar. V. 7.
2.
simply, pour, shower down, χιόνα, νιφάδας ἐπὶ χθονί, Od. 19.206, Il. 12.158; ψιάδας κ. ἔραζε 16.459; so κατὰ δ’ ἠέρα πουλὺν ἔχευεν 8.50; κατὰ δ’ ὕπνον ἔχευεν Od. 11.245:—Med., νότος . . χύσιν κατεχεύατο φύλλων Call.l.c.:—Pass., ἴδρως κακχέεται Sapph. 2.13.
b.
throw, cast down, θύσθλα χαμαὶ κατέχευαν Il. 6.134; κατὰ δ’ ἡνία χεῦεν ἔραζε 17.619; ὅπλα τε πάντα εἰς ἄντλον κατέχυνθ' Od. 12.411; πέπλον μὲν . . κατέχευεν ἐπ’ οὔδει let the robe fall upon the floor, Il. 5.734; τεῖχος . . εἰς ἅλα πᾶν κ. 7.461:—Med., Pl. Ti. 41d; χαίταν let fall, Call. Cer.
5.
c. metaph., κοινολογίας . . ἡδονὴν ‐χεούσης Phld. D. 3.14.
3.
Pass., to be poured over the ground, be there in heaps, ὁ χῶρος, ἐν ᾧ αἱ ἄκανθαι [τῶν ὀφίων] κατακεχύαται Hdt. 2.75; of persons, to be spread, dispersed, Eun. Hist. p.239 D.
II.
cause to flow, run, [χρυσὸν] ἐς πίθους τήξας κ. Hdt. 3.96:—Med., χρυσὸν καταχέασθαι to have it melted down, Id. 1.50.