καταστρώννυμι
εστρώθην
A.
στρωθήσομαι LXX Ju. 7.14: aor. -εστρώθην (v. infr.):—spread out, κλίνην Hierocl.p.63 A.
II.
spread over, cover, οἶκον . . ῥόδοις Ael. VH 9.8:—Pass., πεδίον νεκρῶν κατεστρώθη was strewed with . . , D.S. 14.114; σκορπίων κανθήλιον ‐εστρωμένον Str. 14.2.26.
III.
lay low, δάμαρτα καὶ παῖδ’ ἑνὶ κατέστρωσεν βέλει E. HF 1000, cf. X. Cyr. 3.3.64:—Pass., ὡς δὲ Ἕλλησι κατέστρωντο οἱ βάρβαροι Hdt. 9.76, cf. 8.53, 1 Ep.Cor. 10.5.
IV.
layer, in Pass. of vines, Gp. 5.17.11.
2.
βοτάνιον κατὰ τοῦ ἐδάφους ‐εστρωμένον prostrate, Dsc. 2.130.