κατασκεδάννυμι

A. ‐σκεδῶ Antiph. 25:—scatter, pour upon or over, κατάχυσμα . . κατ εσκέδασαν θερμὸν τοῦτο καθ’ ὑμῶν Ar. Av. 536, cf.PMagd. 33.4 (iii B.C.); τὰς ἀμίδας D. l.c.: usu. c. acc. et gen., τὴν μεγίστην ἀρύταιναν ὑμῶν Antiph.l.c., etc.; ὥσπερ ἑωλοκρασίαν τινά μου τῆς πονηρίας ‐σκεδάσας D. 18.50; κ. ὕβριν τινός pour abuse upon one, Plu. 2.10c; λῆρον κ. τινός Luc. Salt. 6; ὅλας ἁμάξας βλασφημιῶν κ. τινός Id. Eun. 2, etc.
2. κ. φήμην spread a report against one, Pl. Ap. 18c:—Pass., ἡ φήμη κατεσκέδασται τοῦ Μίνω Id. Min. 320d; ὁ λόγος ἐν τῇ πόλει κατεσκέδασται (prob. l. for ‐σκεύασται) Lys. 10.23; τοῦ πόνου πλείονος ‐ασμένου τῆς σαρκός Hp. Medic. 7.
3. Med., pour, sprinkle about, X. An. 7.3.32 (Suid., Phot.: συγκατ‐) codd.).
4. overthrow, destroy, IG 12(9).1179.9 (Euboea).
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project