Gadsden Classics
Home
Latin
Greek
Library
Vases
Education Map
Author Map
About
κάμαρος
ά, όν, ὁ
A.
v. κάμμαρος.
II.
καμαρός, ά, όν, Carian word, = ἀσφαλής, κάμαρα (sic codd.) λέγεσθαι τὰ ἀσφαλῆ Apollon. ap. Sch. Orib. 46.21.7.
III.
κάμαροι· στῆλαι ἐν αἷς ἀναγέγραπται ὁ περιορισμὸς τῆς Ἀσίας, Hsch.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
← καμαροειδής
Dictionary
καμαρόω →
An open-access project