καινότης

ητος, ἡ
A. newness, freshness, Plu. Per. 13; αἱ τῶν δερμάτων ‐τητες Philostr. Ep. 18.
2. novelty, λόγου Th. 3.38; τῶν εὑρημένων Isoc. 10.2; Χρὴ γὰρ εἰς ὄχλον φέρειν . . ὅσ’ ἄν τις καινότητ’ ἔχειν δοκῇ Anaxandr. 54.6; ἡ ἐν τοῖς σχηματισμοῖς κ. D.H. Amm. 2.3: pl., καινότητες novelties, Isoc. 2.41; αἱ κ. καὶ αἱ ὑπερβολαὶ τῶν τιμῶν D.C. 44.3.
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project