καιετάεσσαν
A.
full of hollows or abysses, read by Zenod. for κητώεσσαν in Od. 4.1: but Εὐρώτας καιετάεις Call. Fr. 224, is expld. by καλαμινθώδης in Str.l.c.; cf. καιέτα· καλαμίνθη (Boeot.), Hsch.; καιέτας in Apollon. Lex. s.v. κητώεσσαν; gen. pl. καιατῶν Anon. Lond.36.57.