καθηλόω
A.
nail on, παραβλήματα κατηλῶσαι IG 22.1604.31 (iv B.C.); τι πρός τι Plu. Alex. 24; περί τι Apollod. 1.9.1, cf. IG 22.463.79, 1668.57; οἷον κ. τὴν ψυχὴν πρὸς τὴν ἀπόλαυσιν Porph. Abst. 1.38:—Pass., κλῖμαξ σανίσι καθηλωμένη with boards nailed thereto, Plb. 1.22.5, cf. Apollod. Poliorc. 189.5; καθηλωθήσεται σύριγξι καμαρικαῖς Ath.Mech. 36.5; λεπίδες καθηλωμέναι nailed on, D.S. 20.91, cf. Orib. 49.4.51; Χάλκωμα συμμαχίας . . ἐν Καπετωλίῳ κατηλωθῆναι IG 12(3).173.7 (Astypalaea, ii B.C.).
II.
by confusion of Hebr. sāmar 'bristled' with sāmar, imper. sěmōr 'nail thou', καθήλωσον ἐκ τοῦ φόβου σου τὰς σάρκας μου LXX Ps. 118(119).120.