καθείργνυμι
A.
καθεῖρξα E. Ba. 618 (troch.), etc.:—shut in, confine, usu. of animals or persons, κατὰ συφεοῖσιν ἐέργνυ Od. 10.238; οὗ καθεῖρξ’ ἡμᾶς E. Ba.l.c.; τὸν πατέρα . . ἔνδον καθείρξας Ar. V. 70, cf. Cratin. 72, Lys. Fr. 75.4, Pl. Tht. 197e; κηρίνοις πλάσμασι κ. ib.200c; ἐν τῷ σταυρώματι X. HG 3.2.3; ἐν οἰκίσκῳ D. 18.97.
2.
rarely of things, καθεῖρξαι χρυσὸν ἐν δόμοις Anan. 3; τὴν σελήνην . . ἐς λοφεῖον Ar. Nu. 751; τὴν μακρολογίαν κ. confine it within bounds, Pl. Grg. 461d.