καθέδριος
ον, Subst., τό
A.
of or for sitting, σχῆμα Antyll. ap. Orib. 9.14.6, Aët. 15.5; καθέδριόν τινα σχηματίζειν ib.7; ‐ιος σχηματιζέσθω Id. 8.51.
2.
sedentary, βίος Sor. 1.27.
II.
Subst. καθέδρ‐ιον, τό, small chair, ib.106; gloss on διέδριον, Zonar.