καγκελωτὴ

ίδος, ἡ
Ἰωνο‐θυρίς, ίδος, ἡ,= κιγκλίς, EM 513.4:—also καγκελωτὴ θύρα Sch.Ar. V. 124, Poll. 8.124; διαβάθρα
Liddell, Scott & Jones
A Greek-English Lexicon, 1940
An open-access project