ἀμειλίχιος
ον, Adv.
A.
implacable, relentless, Ἀΐδης Il. 9.158; ἦτορ ib.572; βία Sol. 32; στρατός (of rain), κότος, Pi. P. 6.12, 8.8:—a form ἀμειλίχιος occurs in Adv. ‐ίως Epigr.Gr. 313 (Smyrna).
II.
of things, unmitigated, πόνοι A. Ch. 623; ἀμείλιχα σάρκες ἔχουσιν IG 14.2461 (Massilia).