ἱππάσιμος
η, ον
A.
fit for horses, fit for riding, Αἴγυπτον τὸ πρὶν ἐοῦσαν ἱππασίμην καὶ ἁμαξευομένην, opp. ἄνιππος, Hdt. 2.108, cf. 5.63,9.13, X. Cyr. 1.4.14, Aen.Tact. 6.6, Plb. 10.49.5, Onos. 31.1, etc.; τὸ ἱππάσιμον, i.e. τὸ πεδινόν, X. HG 7.2.12; τὰ ἱ. τῆς χώρας ἄνιππα ποιεῖν Aen.Tact. 8.4: metaph., τοῖς κόλαξιν ἑαυτὸν ἀνεικὼς ἱππάσιμον allowing himself to be ridden by flatterers, Plu. Alex. 23.