ἀλφάνω
A.
bring in, yield, fetch, ἵνα μοι βίοτον πολὺν ἄλφοι Od. 17.250; ὁ δ’ ὑμῖν μυρίον ὦνον ἄλφοι 15.452, cf. 20.383; ἑκατόμβοιον δέ τοι ἦλφον Il. 21.79; ὁπόσην ἂν ἄλφῃ μίσθωσιν τὸ τέμενος IG l.c., cf. Plu. l.c.: metaph., φθόνον ἀλφάνειν to incur envy, E. Med. 297.
II.
= ἐναλλάσσω, change, Aët. l.c. (cf. Skt. arghás 'price').