ἅλυσις
εως, ἡ
A.
chain, χαλκέῃ ἁλύσι δεδεμένη ἄγκυρα Hdt. 9.74, cf. Th. 2.76, etc.; ἐν ἁλύσει μιᾷ δεδεμένους D.Chr. 30.17, cf. Ep.Eph. 6.20; πέτραν ἁλύσεσι χρυσέαισι φερομέναν E. Or. 982:—as a woman's ornament, Ar. Fr. 320.12, Nicostr. 33; σφραγῖδε . . ἁλύσεις χρυσᾶς ἔχουσαι IG 2.652.
2.
collectively, chains, bondage, Plb. 21.3.3.
3.
link in chain armour, Arr. Tact. 3.5.